Son las :
Μίλτος Σαχτούρης
Ο Καθρέφτης

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνικε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει :
- - Τα δέντρα κάινε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει

* * *

MILTOS SAJTURIS
Espejo

Cuando se volvió mi espejo
hacia el cielo
Apareció
una luna carcomida
por las hormigas rojas
del fuego
a su lado una cabeza
ardiendo también bajo la lluvia
candente
brilla
refulge la cabeza
según la abrasa el fuego
según la carboniza
Y susurra:
-Queman los árboles se pierden como el pelo
se descarría el ángel con las alas
chamuscadas
y el dolor
perro con una pata quebrada
se queda
se queda.

* * *

MILTOS SAJTURIS


EXTRANJERO

Extranjero
que con tu traje negro
llamas a mi puerta
y me muestras estos platos blancos
¿dónde has ocultado la pistola?
¿dónde has escondido la navaja?
llevas un astro carmesí disimulado en tu cabeza
por eso chapurreas
quieres el dinero
el dinero que se ha mezclado con la sangre y se perdió
el dinero que se ha mezclado con el sueño y se perdió
me ruegas
vete
vete extranjero
anida en mi corazón un pajarillo manso
si lo dejase salir
sus dientes te despedazarían

* * *
Μίλτος Σαχτούρης
Ξένε

Ξένε
με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ’ άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις έν’άσπρο κόκκινο μες΄στο κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίζαν με το αίμα και χάθηκαν
τα χρήματα που σμίζαν με τον ύπνο και χάθηκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μέσ’ στην καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλί
αν τ’αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν.

* * *

PANOS ZASITIS -LOS PIES DEL CIELO

Πάνος Θασίτης
Τα πόδια του ουρανού

Τα πουλιά πετούν χαμηλά
Ουρανός πιο πάνο δεν υπάρχει
Τα πόδια του απομείναν μόνο. Σκοντάφτουν
στις στέγες στην αντικρινή καπνοδόχη
παγομένα
πεταγμένα στο χειρουργείο.

Ω τα πόδια του ουρανού
τρέχουν σφιχτά οι άντρωποι να τα κρατήσουν
να τα βρέξουν με δάκρυα να τα φιλήσουν.
Ξεχνούν όμως
και ψάχνουν πιο ψιλά, καλούν
το καθαρό του σώμα.

Τότε τα πόδια
πάλι ξεκινούν και τους αφήνουν.

* * *

Panos Zasitis
Los Pies del Cielo

Casi Rasante el vuelo de los pájaros
Es que cielo más arriba ya no existe
Sus pies apenas si han quedado. Tropiezan
con los tejados con esa chimenea de ahí enfrente
ateridos

arrojados al quirófano
Oh, los pies del cielo
corren los hombres a estrecharlos retenerlos
a empaparlos con sus lágrimas besarlos
Pero luego se olvidan
e indagan en la altura, invocan
su cuerpo inmaculado.

Entonces los pies
se echan a andar y ahí los dejan.

* * *

Μιχάλης Κατσαρός-Η διαθήκη μου

Μιχάλης Κατσαρός
Η διαθήκη μου

Αντισταθείτε
σ’ε αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκη
και λέει : καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε
σ’ε αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λεει : Δόζα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στον φόρο
με μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ’ε αυτόν που χαιρετάει απ’την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες της παρελάσεις
σ’ε αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σασς ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ε ολους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετίο αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ε ολα τ’ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ολους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
Και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σε αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρθα
 στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ε όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
τους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ

Αντισταθείτε
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

 
* * *

Mijális Katsarós
Mi testamento

Resistíos
ante aquel que ha adquirido su pisito
y dice: Aquí estoy bien.
Resistíos al que regresa a casa
y dice: Alabado sea Dios.

Resistios
a alfombra persa de los apartamentos
al funcionario repolludo
a la compañia de importación y exportación
a la enseñanza estatal
a los impuestos
incluso a mí que os lo encomiendo.

Resistios
al que saluda arrellanando en la tribuna el paso
interminable del desfile
a esa estéril señora que reparte
impresos de santos, mirra, incienso
incluso a mí que os lo encomiendo.

Resistíos a todos los que se hacen llamar
grandes
al presidente del tribunal de apelaciones
a las marchas, los redobles, las palabras militares
a los congresos de alto vuelo donde parlotean
y sorben cafelito ponentes consiliarios
a quienes pontifican acerca del presente y del futuro
a la vera y calor de la estufilla
a las lisonjas los diosquiera las mil genuflexiones
de chupatintas y cobardes a su preclaro
líder.

Resistios a los servicios de inmigración y pasaportes
a las brutales banderas de todos los estados a la
diplomacia
a las fabricas de armas
a quienes tildan las bellas palabras de lirismo
a los himnos
a las canciones azucaradas o llorosas
a los espectadores
al viento
a todo aquel que se dice indiferente a los sabios
a quién presume de ser un gran amigo
e incluso a mí, si, también a mí que os lo encomiendo
resistios.

Puede que entonces certeros avancemos hacia la
Libertad.

* * *
GIANNIS RITSOS

EDIFICIO CON TRES PLANTAS Y SÓTANO

En el segundo piso vivían los ocho estudiantes pobres.
En el primero las cinco modistas con sus dos perros.
En el bajo los propietarios con su hija adoptiva.
En el sótano utilizaban la misma escalera.
Los ratones subían directamente por las paredes.
Al caer la noche, cuando pasaba el tren, las ratas
se asomaban al tejado por la chimenea y allí quedaban mirando
el cielo, las nubes, las rejas del jardín, las luces
de los restaurantes, en tanto la mayor de las modistas
cerraba las personas, con la boca tachonada de alfileres.


Γιάννης Ρίτσος
Τριώροφο με υπόγειο

Στο τρίτο πάτωμα μέναν οι οχτώ φτωχόι σπουδαστές.
Στο δεύτερο οι πέντε μοδίστρες με τα δύο σκυλιά τους.
Στο πρώτο οι ιδιοκτήτες με την ψυχοκόρη τους.
Στο υπόγειο τα καλάθια, τα κιούπια, οι αρουραίοι.
Τα τρία πατώματα χρησιμοποιούσανε την ίδια σκάλα.
Τα ποντίκια ανέβαιναν κατευθείαν απ’τον τοίχο.
Όταν, το βράδυ, περνόυσε το τραίνο, οι αρουραίοι
βγαίναν στη στέγη από τον καπνοδόχο και κοιτούσαν
τον ουρανό, τα σύννεφα, τα κιγκλιδώματα των κήπων,
τα φώτα των εστιατορίων, ενώ η πρεσβύτερη μοδίστρα
έκλεινε τα παντζούρια, με το στόμα της μπουκωμένο καρφίτσες.

* * *

Giannis Ritsos. Llamadas

GIANNIS RITSOS

LLAMADAS

La sal, el sol, el agua, van carcomiendo las casa poco a poco.
Un día, donde hubo antes ventanas y personas no queda sino
Piedra mojada
Y una estatua, con el rostro hincado en tierra. Las puertas solas,
viajan por el mar, torpes, rígidas, insólitas. Alguna que otra
vez, a la hora del crepúsculo,
las puedes ver brillando sobre el agua, planas, cerradas para
siempre. Los pescadores
no las miran. Se recogen temprano en sus casas, se sientan delante
del quinqué,
oyen los peces resbalar por las grietas de su cuerpo,
oyen la mar que los golpea con mil manos (desconocidas todas)
y se echan luego a dormir sin desenmarañar de caracolas
sus cabellos
De pronto, escuchan los golpes que llaman a esas puertas y despiertan.

* * *

Γιάννης Ρίτσος
Χτυπήματα

Τ’ αλάτι, ο ήλιος, το νερό, κατατρώνε λίγο λίγο τα σπίτια.
Μια μέρα, εκεί που στέκονταν παράθυρα και άνθρωποι, μένουν οι
μουσκεμένες πέτρες.
Κι ένα άγαλμα με το πρόσωπο στο χώμα. Οι πόρτες, μόνες,
ταξιδεύουν στη θάλασσα, δύσκαμπτες, ασυνήθιςτες, αδέξιες. Καμιά φορά, τα λιόγερμα,
τις βλέπεις πάνω στο νερό ν’ αστράφτουν επίπεδες, κλεισμένες για πάντα. Οι ψαράδες
δεν τις κοιτούν . Κάθονται από νωρίς στα σπίτια τους, μπροστά στο λύχνο,
ακούν τα ψάρια να γλιστρούν στις ρωγμές του κορμιού τους,
ακούν τη θάλασσα να τους χτυπάη με χίλια χέρια (όλα άγνωστα)
κι ύστερα πέφτουν και κοιμούνται με όστρακα μπλεγμένα στα
μαλλιά τους.
Άξαφνα, ακούν χτυπήματα πάνω σ’ε αυτές τις πόρτες και ξυπνάνε.

* * *